8.12.13

Αναμνήσεις… ετών 30

(Ηλίας Θεοδωράκης)

Το 1979 όταν ξεκινούσα να παρακολουθώ την ομάδα μας, μπορεί να με 'τράβηξε' το ποδόσφαιρο στην αρχή, αλλά σύντομα το μπάσκετ με ‘τράβηξε’ περισσότερο. Άρχισα να παρακολουθώ κι από αυτό το 1983. Θυμάμαι εν ενεργεία το Στιβ Γιατζόγλου όχι όμως με τα ερυθρόλευκα, αλλά με τα μαυρόασπρα του ΠΑΟΚ λίγο πριν κλείσει την καριέρα του. Είχα όμως την ευκαιρία να βλέπω από κοντά τον τρελο-Στιβ μερικά χρόνια μετά όταν πήγαινα στο γήπεδο, βλέποντας να παίζουμε με 5άδα Σαμπάνη, Παραγιό, Μανιάτη, Παναγιωτόπουλο, Καμπούρη κι αυτόν προπονητή.Στα μέσα της δεκαετίας του '80, άρχισα επίσης να παρακολουθώ και να υποστηρίζω και τον Άρη του Νίκου Γκάλη σε όλα τα παιχνίδια, εκτός από αυτά που έπαιζε με μας. Όπως και να ‘χει, ο Νίκος Γκάλης στη συνέχεια με έκανε και το λάτρεψα το μπάσκετ. Εμείς τότε ήμασταν μια ομάδα μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας. Μια καλή χρονιά θεωρείτο να τερματίσουμε πάνω από τη μέση της βαθμολογίας και να 'βγούμε' στο κύπελλο Κόρατς (Eurocup). Άρης, ΠΑΟΚ, Πανιώνιος, Παναθηναϊκός και συνήθως και η ΑΕΚ ήταν πάνω από τα κυβικά μας.Το επίτευγμα της εθνικής το ‘87 το πανηγύρισα με την ψυχή μου και κακά τα ψέματα, χάρηκα που τις νικητήριες βολές της έβαλε ένα δικό μας παιδί: ο Αργύρης Καμπούρης, ένας μπασκετμπολίστας που παρά το ότι ήταν άτεχνος και δεν είχε φοβερή σωματοδομή ή άλμα, η ψυχή και το σθένος του, με είχαν κάνει και τον θαύμαζα πάρα πολύ. Από πριν το κατόρθωμα του '87 βέβαια.

Όποτε έπαιζα μπάσκετ και κέρδιζα βολές, τις εκτελούσα ακριβώς με τον ίδιο χαρακτηριστικό τρόπο που τις εκτελούσε κι αυτός.Εκείνα τα χρόνια, άρχισα επίσης να ασχολούμαι και με το ΝΒΑ. Τις ελάχιστες φορές που μπορεί η τηλεόραση να έδειχνε έναν τέτοιο αγώνα (έδειξε 4-5 φορές τελικούς), καθόμουνα και τον παρακολουθούσα έστω κι αν ξεκίναγε στις 2 τη νύχτα και τελείωνε στις 5. Κι ας είχα και σχολείο την επόμενη. Η ομάδα που υποστήριζα στην αρχή ήταν οι Λος Άντζελες Λέικερς του Έρβιν ‘Μάτζικ’ Τζόνσον και του Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ. Αλλαγή του μεγάλου ‘Μάτζικ’ Τζόνσον, ποιος; Ο Ντέιβιντ Ρίβερς. Όταν μερικά χρόνια μετά ήρθε σε μας, ήξερα πολύ καλά ‘τι καπνό φουμάρει’, πως είχε ‘ανδρωθεί’ μπασκετικά και τι ήταν ικανός να κάνει.Μ αυτά και μ αυτά έφυγε η δεκαετία '80, μπήκαμε στη δεκαετία '90 και πλέον είχε έρθει η ώρα μας να γίνουμε θρύλος και στο μπάσκετ. Όταν γίναμε Νο1 στην Ελλάδα, εξακολουθούσα να παρακολουθώ ανελλιπώς την ομάδα, η οποία έκανε πράματα και θάματα. Κατακτούσε σερί πρωταθλήματα, κύπελλα κι έφτασε μια ανάσα να κατακτήσει την κορυφή της Ευρώπης και μάλιστα δύο φορές, κάτι που δεν το είχε καταφέρει ο Άρης του Νίκου Γκάλη, που περιοριζόταν στα final-4 σε μικρούς τελικούς.

Στο ΝΒΑ άρχισα να παρακολουθώ και τους Σικάγο Μπουλς του τεράστιου Μάικλ Τζόρνταν και ειδικά για το ΝΒΑ (χωρίς να θέλω να το παινευτώ, άλλοι μου το λέγανε), ήμουνα μια κινητή εγκυκλοπαίδεια. Δεν υπήρχε παίκτης που να μην τον γνώριζα. Ύψος, θέση, σε ποια ομάδα παίζει, στατιστικά, τέτοια πράγματα. Παρεμπιπτόντως αυτός που ήταν τεράστιος παίκτης ήταν κι ο Ρόι Τάρπλεϊ κι αν δεν τον τιμωρούσαν με αποκλεισμό λόγω χρήσης απαγορευμένων ουσιών, δε θα ερχόταν ποτέ στην Ευρώπη. Μιλάμε για τεσσαροπεντάρι κλάσης σα να λέμε Καρλ Μαλόουν για 4άρι και Χακίμ Ολάζουον για 5άρι. Τις πρώτες του χρονιές στο ΝΒΑ, παίζοντας βασικός στους Ντάλας Μάβερικς, 20 πόντοι και 20 ριμπάουντ ήταν μια συνηθισμένη του συγκομιδή.Καλά όλα αυτά, αλλά μετά τον ‘αρχικό ενθουσιασμό’ που επιτέλους η ομαδάρα μας έγινε θρύλος και στο μπάσκετ, άρχισε το 'κακό'. Στα μέσα της δεκαετίας του '90, το μπάσκετ είχε αλλάξει εντελώς μορφή. Δεν ήταν πια αυτό που ήξερα. Από άθλημα των προσωπικοτήτων και των ‘πλαστικών’ κινήσεων, έγινε άθλημα των ‘ξυλοκόπων’, των ρόμποκοπ (παίκτες πολύ μυώδεις και άκαμπτοι πχ. Σιγάλας) και των άτεχνων.

Εκεί που υπήρχε ο Γκάλης, ο μακαρίτης ο Ντράζεν Πέτροβιτς, o Σμιντ, o Ρίβα, o Τζάμσι, o Ντακουρί, ο Κούκοτς, o Σαμπόνις και διάφορες άλλες μπασκετικές ιδιοφυίες, περάσαμε σε παίκτες εντελώς διαφορετικού στυλ. Ρολίστες, ‘χαμάληδες’ και άτεχνοι. Και δυστυχώς το να γίνεις ‘σφίχτης’, να παίζεις ξύλο και άμυνα, είναι το εύκολο και μπορούν να το κάνουν οι περισσότεροι. Το ταλέντο όμως είναι έμφυτο και η πλήρης αξιοποίησή του, μια πολύ δύσκολη ακολουθία. Άρχισε σιγά σιγά να μου 'κρυώνει' το μπάσκετ. Η σκληρή άμυνα, το πολύ ‘ξύλο’, το υπερβολικά κι εκνευριστικά αργό τέμπο, μέχρι κι η διαιτησία που μπορεί να σφύριζε με άλλα μέτρα και σταθμά τις δύο ομάδες και να ακούμε κάτι ωραία από τους εκφωνητές του στυλ ‘να δούμε αν θα επιτρέψουν το σκληρό παιχνίδι’, έκανε το μπάσκετ ανιαρό στα μάτια μου. Έβλεπα τα τελικά σκορ της δεκαετίας του '90 να κυμαίνονται στα επίπεδα που ήταν τα σκορ ημιχρόνου της δεκαετίας του '80 κι αυτό άρχισε να με ξενερώνει αφάνταστα.

Μπορεί την περίοδο ‘96-97 να κάναμε το triple crown, αλλά 1-2 χρόνια μετά είχα ήδη ξενερώσει αρκετά και σε συνδυασμό με το ότι ο ελεύθερος χρόνος μου περιορίστηκε πολύ, με έκαναν και το μπάσκετ το παράτησα. Βέβαια ενδιαφερόμουνα για την ομάδα, άκουγα και μάθαινα νέα της, αλλά πλέον ένας αγώνας μπάσκετ δεν μπορούσε με τίποτα να με καθηλώσει μπροστά στην τηλεόραση. Πόσο περισσότερο να πάω στο γήπεδο. Παράτησα και το ΝΒΑ γιατί κι εκεί γινόταν μια από τα ίδια. Εκεί που υπήρχε ο Μάτζικ, o Μπερντ, o Τζόρνταν, βρέθηκαν κάτι Πένι Χάρνταγουεϊ και κάτι Σακίλ ‘Ο Νιλ που ούτε το show business systemτης Αμερικής δεν μπορούσε να τους δώσει τη λάμψη που είχαν τα αστέρια του πρόσφατου τότε παρελθόντος. Το ΝΒΑ έπεσε πολύ σε δημοτικότητα ως προϊόν πρώτα πρώτα για τους ίδιους τους Αμερικάνους.Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ εξακολουθούσα να απέχω από το μπάσκετ. Πλέον δε γνώριζα ούτε καν τη 12άδα που παίζαμε. 4-5 σκόρπιους παίκτες ναι. Ολόκληρη τη 12άδα όχι.

Ο αδερφός μου που κι αυτός παρακολουθούσε φανατικά μπάσκετ (κι αυτός δε σταμάτησε ποτέ να παρακολουθεί), κάποιες φορές με έβαζε σχεδόν με το ζόρι -που λέει ο λόγος- και χάζευα κάνα ματς, αλλά βαριόμουνα φοβερά. Έβλεπα τους 10 παίκτες μέσα στο παρκέ να κάνουν όλοι τα ίδια πράγματα. Έλλειψη προσωπικοτήτων, φαντασίας και πρωτοτυπίας. Πλήρης τυποποίηση. Που ήταν η εποχή που ένα Γκάλη, έναν Πέτροβιτς, ένα Σμιντ θα τους αναγνώριζες από το παιχνίδι τους, ακόμα κι αν φορούσαν διαφορετικές φανέλες αλλά και μάσκες;Φτάσαμε στο 2010 και μια μέρα ήρθε πάλι ο αδερφός μου και μ έβαλε να δω με το ζόρι μπάσκετ μετά από κάμποσα χρόνια. Έπαιζε τότε η εθνική με τους Τούρκους για το Μουντομπάσκετ που γινόταν στην Τουρκία. Η 12άδα μας ήταν Βουγιούκας, Μπουρούσης, Ζήσης, Σπανούλης, Καλάθης, Φώτσης, Πρίντεζης, Περπέρογλου, Τσαρτσαρής, Διαμαντίδης, Καϊμακόγλου, Σχορτσιανίτης. Προπονητής ο Καζλάουσκας. Χάσαμε 11 πόντους χωρίς να απειλήσουμε καθόλου τους ‘οικοδεσπότες’ και στο τέλος με ‘πόναγαν’ τα μάτια μου. 'Τι αμπαλοσύνη (!)' έλεγα του αδερφού μου. Και συνέχισα 'ακόμα κι αυτός ο Διαμαντίδης που τον λένε παιχταρά, άτεχνος είναι. Ο μόνος που ξέρει μπάσκετ απ' όλους αυτούς είναι ο Σπανούλης'. Και ρώταγα τον αδερφό μου για το Σπανούλη που ήξερα ότι έπαιζε στον Παναθηναϊκό. Μου έλεγε ότι μπορεί και να φύγει από κει με προορισμό μάλλον την Ισπανία.

Επίσης του έλεγα για το Σχορτσιανίτη ότι έτσι όπως τον είδα να παίζει, δε θα είναι απώλεια για μας (μόλις είχε πάρει μεταγραφή στη Μακάμπι). Ένα με ενάμισι μήνα μετά ο Σπανούλης ήρθε σε μας. Σα να ένοιωσα μια σπίθα μέσα μου.Αυτό που συνέβη ήταν το εξής απλό: όπως τη δεκαετία του '80 το μπάσκετ με έκανε και το αγάπησα ο Γκάλης, τη δεκαετία του '10 το μπάσκετ με έκανε και το ξαναγάπησα ο Σπανούλης. Βέβαια δεν άρχισα κατευθείαν να παρακολουθώ, όπως παρακολουθούσα. Είδα όμως την ομάδα της επόμενης χρονιάς στα κρίσιμα ματς. Δε μου άρεσε καθόλου που είδα μια ομάδα που πραγματικά έμοιαζε σαν Ευρωπαϊκή dream team να αποτυγχάνει παταγωδώς. Δεν ήταν δυνατόν με τους Παπαλουκά, Μπουρούση, Χαλπερίν, Βασιλόπουλο, Τεόντοσιτς, Παπανικολάου, Μαυροκεφαλίδη, Σπανούλη, Νίλσεν, Νεστέροβιτς, Κέσελ, Γκόρντον και Πρίντεζη να μην καταφέρουμε να μπούμε final-4 με αβαντάζ έδρας στα προημιτελικά, να χάνουμε το πρωτάθλημα πάλι με αβαντάζ έδρας και να μένουμε μόνο μ ένα κυπελλάκι Ελλάδας. Αυτοί που ήταν αδύναμοι κρίκοι κατά τη γνώμη μου (Παπαλουκάς, Τεόντοσιτς, Μπουρούσης), χάρηκα που τους είδα να φεύγουν. Το θέμα δεν ήταν ότι επρόκειτο για κακούς παίκτες. Το θέμα ήταν ότι στα δύσκολα λύγισαν κι έδειχναν απελπιστικά λίγοι, ενώ αμοιβόντουσαν πλουσιοπάροχα.

Επειδή πολλά ειπώθηκαν αυτές τις μέρες για τον Παπαλουκά, να σας πω ότι για μένα δεν ήταν το Νο1 κόκκινο πανί κι ας έχασε κρίσιμες βολές κι ας βοηθούσε την ομάδα μόνο από τον πάγκο και κουνώντας την πετσέτα παρά τον Πακτωλό εκατομμυρίων που έπαιρνε. Το κόκκινο πανί για μένα ήταν ο Τεόντοσιτς. Ανέκαθεν τον θεωρούσα κι αποδείχτηκε περίτρανα ότι είναι, μεγάλος λούζερ. Όταν έμαθα ότι οι Αγγελόπουλοι τον άφησαν να φύγει για την ΤΣΣΚΑ, πανηγύριζα. Από όλο αυτό το χρυσοπληρωμένο συρφετό, είχα άχτι και τον Κέσελ που ήταν περιπατητής. Αυτός όμως παρέμεινε γιατί από ότι διάβαζα, στρογγυλοκάθισε στο συμβόλαιο του. Ήταν σαφώς καλύτερος την επόμενη χρονιά, αλλά αυτό προφανώς γινόταν επειδή τελείωνε το συμβόλαιο του και ήλπιζε να του ανανεωθεί. Καλά έκαναν και δεν τον ανανέωσαν οι Αγγελόπουλοι. Ο Περπέρογλου που ήρθε στη θέση του αποδείχτηκε πολύ ανώτερος του.

Την επόμενη λοιπόν χρονιά, με το να βλέπω πλέον το Σπανούλη να είναι το βαρύ πυροβολικό μας και μαζί με αυτό αρχηγός και ηγέτης μας, η σπίθα έγινε φωτιά κι άρχισα και παρακολουθούσα μπάσκετ σαφώς περισσότερο, αλλά και πάλι όχι τόσο πολύ όσο παλιά. Εκεί όμως που η φωτιά θέριεψε κι έγινε πυρκαγιά μέσα μου, ήταν στον τελικό με την ΤΣΣΚΑ. Και βέβαια όχι επειδή πήγαμε τελικό και πολύ περισσότερο που τον κερδίσαμε. Δύο χρόνια νωρίτερα είχαμε ξαναπάει κι εμένα ούτε που είχε ‘ιδρώσει το αυτί μου’. Εκείνο τον τελικό με τη Μπαρτσελόνα δεν τον παρακολούθησα καθόλου. Απλά έμαθα ότι τον χάσαμε και μέχρι σήμερα αγνοώ αν τον χάσαμε με ‘κατεβασμένα χέρια’ ή όχι. Όμως ο τελικός με την ΤΣΣΚΑ, τον οποίο παρακολούθησα ολόκληρο, μ έκανε κι ανατρίχιασα γιατί μου ξύπνησε μνήμες από το πολύ παρελθόν. Θυμήθηκα τη Γιουγκοπλάστικα και το πως κόντρα σε όλα τα προγνωστικά πήρε την πρώτη της Ευρωλίγκα (πριν κάνει τελικά three-peat) και γοήτευσε εχθρούς και φίλους. Θυμήθηκα πως πήγαμε στον πρώτο μας τελικό στο Τελ Αβίβ ως αδιαφιλονίκητο φαβορί και χάσαμε και το συνδύασα σκεπτόμενος ότι η μοίρα έστω και τόσο ετεροχρονισμένα μας ξόφλησε τη χάρη.

Θυμήθηκα πως όταν παρακολουθούσα σαν τρελός μπάσκετ, ένας τελικός Ευρωλίγκας ήταν ένα παιχνίδι εντελώς απρόβλεπτο. Χωρίς το οποιοδήποτε προγνωστικό, χωρίς να μετράνε τα οποιαδήποτε στατιστικά, χωρίς καμία λογική στα χαρτιά και ορισμένες φορές χωρίς καμία τετριμμένη τακτική μέσα στο τερέν. Δεν κέρδιζε πάντα ο θεωρητικά καλύτερος κι αν κέρδιζε, δύσκολα θα κέρδιζε με μια φυσιολογική διαφορά λόγω δυναμικότητας. Όμως αυτή την άγρια ομορφιά την είχα βιώσει μέχρι τότε μόνο ως θεατής βλέποντας άλλες ομάδες ή ως θύμα. Τώρα τη βίωνα και ως θύτης κι ήταν ένα πολύ περίεργο συναίσθημα. Γλυκό αλλά και πρωτόγονα άγριο μαζί. Ήταν θα έλεγα… ηδονικό.Μέσα στο τερέν υπήρχε μια ομάδα που την κουμαντάριζε ένας παίκτης με τεράστια προσωπικότητα κι όχι ένας ρολίστας πολυτελείας. Ένας παίκτης που στηριζόταν στη μπασκετική του ευφυΐα κι όχι στα φυσικά του προσόντα. Ένας παίκτης που διηύθυνε σα μαέστρος μια ομάδα και παρέσυρε τους συμπαίκτες του και παίζανε το 150%. Ένας παίκτης που μετέπειτα μέχρι και ο τεράστιος Νίκος Γκάλης τον παραδέχτηκε, λέγοντας ότι αυτός ήταν ότι κοντινότερο στον εαυτό του. Ναι! Έτσι το μπάσκετ σαν άθλημα με ξετρελαίνει και με πωρώνει. Κι έκτοτε, άρχισα ξανά να παρακολουθώ μπάσκετ όπως παρακολουθούσα τη δεκαετία του ’80.Είδα την ομάδα να παίρνει το πρωτάθλημα μετά από χρόνια, αλλά ακόμα δε τη γνώριζα πολύ καλά. Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Το μεγαλύτερο ‘πρόβλημα’ ήταν ότι το μπάσκετ σ αυτά τα 12-13 χρόνια που απείχα, είχε αλλάξει πολύ και μέχρι σήμερα δε θα το κρύψω ότι ώρες ώρες νοιώθω σαν το ψάρι έξω από το νερό.- Δεν είμαι εξοικειωμένος με όλες τις νέες ορολογίες του μπάσκετ. Δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι είναι το ‘pick and roll’. Κι όχι μόνο αυτό.- Ακόμα και τώρα, δεν έχω συνηθίσει εντελώς το να βλέπω 12 παίκτες να μπαινοβγαίνουν κάθε τρεις και λίγο στην 5άδα. Εγώ ήξερα ότι οι πολύ καλοί παίκτες παίζουν 30+ λεπτά και οι superstars 40 ακατέβατα κι άντε να παίξουν συνολικά 8 παίκτες στην καλύτερη.- Οι ομάδες είχαν 10άδα κι όχι 12άδα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σήμερα ένα πλήρες ρόστερ προϋποθέτει κι άλλους 2-3 παίκτες εκτός 12άδας.- Το ματς παιζόταν σε δύο 20λεπτα ημίχρονα κι όχι σε 4 περιόδους των 10 λεπτών. Έτσι ήταν ανέκαθεν στο ΝΒΑ με τα τέσσερα 12λεπτα.- Τα timeout ήταν σαφώς λιγότερα. Τώρα υπάρχουν μέχρι και τηλεοπτικά. Στο ΝΒΑ υπήρχαν τέτοια. Μήπως να θεσπίσουν και timeout που παίρνουν οι παίκτες, να έρθει να ‘δέσει το γλυκό’; Κι αυτό υπήρχε από παλιά στο ΝΒΑ.- Το να βλέπω 10-12 πόντους σκοράρισμα και να λέμε ‘φοβερή εμφάνιση’ με δυσκολεύει.

Ε γώ ήξερα ότι οι 20 και πάνω ήταν αξιόλογη επίδοση. Συνήθως 30άρες και 40άρες έβαζαν τα πρώτα βιολιά.Είναι και πολλά άλλα που δεν έχω συνηθίσει ακόμα, αλλά το παλεύω.Για να επιστρέψω πάλι στην ομαδάρα μας, έλεγα ότι μετά τον τελικό με την ΤΣΣΚΑ άρχισα ξανά να την παρακολουθώ ανελλιπώς. Την είδα μετά από πολλά χρόνια να παίρνει πρωτάθλημα. Ο Ίβκοβιτς ήταν, είναι και θα είναι, τουλάχιστον για μένα, μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της ομάδας. Με αυτόν προπονητή πήραμε τις δύο πρώτες μας Ευρωλίγκες. Όταν μαθεύτηκε ότι στο τέλος της σεζόν θα έφευγε, στεναχωρήθηκα. Όμως στο άκουσμα ότι αντικαταστάτης του θα ήταν ο Μπαρτζώκας, με έπιασε τρέμουλο. Αρχικά θεώρησα ότι οι Αγγελόπουλοι πέταγαν λευκή πετσέτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν το σκεπτικό αυτής της κίνησης και στο μυαλό μου ήρθε το 1997 που μετά την κατάκτηση του triple crown, ουσιαστικά το τμήμα αφέθηκε στο έλεος του Θεού και τελικά διαλύθηκε κι έζησε ξανά μέρες της δεκαετίας του ’80 που ήταν χαμένο στη μετριότητα.

Όμως έγινε κάτι που ήταν εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές. Εκεί που κάθε καλοκαίρι 10-12 παίκτες έφευγαν κι άλλοι 10-12 ερχόντουσαν, ξαφνικά είδα τον ‘κορμό’ της ομάδας να παραμένει αναλλοίωτος. Έφυγε ο Βασιλόπουλος που ήταν μονίμως τραυματίας και δεν έπαιζε ποτέ, ο Λάζαρος Παπαδόπουλος, ο Γλυνιαδάκης, ο Κέσελ κι ο Πελεκάνος κι ήρθαν Περπέρογλου, Μαυροειδής και Γεωργάκης. Αυτό βέβαια δε με έκανε να δω με καλύτερο μάτι το Μπαρτζώκα. Κι όποτε χάναμε στην Ευρωλίγκα (και δεν ξεκινήσαμε καθόλου καλά), όπου ‘έγραφα’, του τα χωνα. Η χρονιά πέρναγε, εμείς αρχίσαμε να κερδίζουμε συνεχόμενα ματς, αλλά εγώ ως γάβρος και ‘Ελληνάρας’ το χαβά μου. ‘Παίζει με το σύστημα του Ίβκοβιτς’ έλεγα. Όμως ακόμα κι αν ήταν αλήθεια αυτό, που αποδείχτηκε περίτρανα πως δεν ήταν, Ευρωλίγκα δεν κερδίζεις αν δε σπάσεις δικά σου αυγά. Και πολύ περισσότερο δεν την κερδίζεις με τον εμφατικό τρόπο που την κερδίσαμε εμείς. Γιατί όπως είπα και πιο πάνω, ειδικά ο τελικός είναι ένα παιχνίδι μόνο του, ανεξάρτητο όλων των άλλων. Κι εμείς τότε δεν ήμασταν ανώτεροι (θεωρητικά τουλάχιστον) της ΤΣΣΚΑ, της Μπαρτσελόνα ή της Ρεάλ για να πει κανείς ότι απλά ‘κέρδισε το φαβορί’.Όταν λοιπόν κάναμε το repeat, ταρακουνήθηκα για τα καλά.

Σκέφτηκα ότι δεν είναι δυνατόν να κρίνω το μπασκετικό τμήμα με τα ίδια μέτρα και σταθμά που κρίνω το ποδοσφαιρικό τμήμα. Στο ποδόσφαιρο επικρατεί η μετριότητα, η προχειρότητα, οι βιαστικές κι επιπόλαιες κινήσεις και οι ‘σκοπιμότητες’ στο μεταγραφικό προγραμματισμό.- Αποκτούνται παίκτες χωρίς μέτρο με το σκεπτικό ‘ελεύθερος και φτηνός είναι, πάρτον για να μην τον πάρει άλλος και βλέπουμε’ και στο τέλος της μεταγραφικής περιόδου ψάχνουν ομάδες να τους δώσουν ‘δανεικούς κι αγύριστους’.- Σε κάποιες θέσεις υπάρχει πλεόνασμα ενώ σε κάποιες άλλες δεν υπάρχουν παίκτες και ‘βαφτίζονται’ κάποιοι για να γεμίσουν τα κενά.- Και πολλά πολλά άλλα που δεν είναι επί του παρόντος να τα αναλύσω, αλλά είναι χιλιοειπωμένα.Όμως στο μπάσκετ δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα, οπότε δε γίνεται να ‘τσουβαλιάζω’ τα πάντα και να κατακρίνω ποδόσφαιρο και μπάσκετ με την ίδια λογική. Το μπάσκετ είναι στην κορυφή της Ευρώπης. Κατά συνέπεια ο οποιοσδήποτε έχει συμμετοχή σε αυτή την επιτυχία ανεβάζει τις μετοχές του στο Θεό. Και βέβαια αξίζει κι αντίστοιχη αντιμετώπιση.

Οι παίκτες του μπάσκετ παίζουν συνεχώς σε ανώτατο επίπεδο, ενώ του ποδοσφαίρου 6 ματς στους ομίλους του Champions’ League και το κάνουμε θέμα που παίρνουμε την 3η θέση και παίζουμε στο ΟΥΕΦΑ ένα ακόμα γύρο πριν αποκλειστούμε κι επιστρέψουμε στο εγχώριο πρωτάθλημα, που για να έχει ενδιαφέρον ποιος θα το κερδίσει, θα πρέπει να παίξουμε με την ομάδα νέων.Στο μπάσκετ τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο ηγέτης της ομάδας ανακηρύσσεται κορυφαίος παίκτης της Ευρώπης. Γι αυτόν και τα υπόλοιπα πρώτα μας βιολιά ‘σφάζονται’ στα πόδια τους όλοι οι ανταγωνιστές μας για να τους πάρουν και τους προσφέρουν συμβόλαια εκατομμυρίων πληρώνοντας μέχρι και υπεραξίες, αν χρειαστεί. Ο Μπαρτζώκας μπαίνει στους κορυφαίους προπονητές της Ευρώπης και στην επόμενη κλήρωση των ομίλων είναι προσκεκλημένος της FIBA για να βγάζει τα μπαλάκια από την κληρωτίδα και να τα ανοίγει. Και οι Αγγελόπουλοι μπαίνουν δικαιωματικά στους κορυφαίους διοικητικούς παράγοντες της Ευρώπης και η FIBA στην επίσημη ιστοσελίδα της, κάνει αφιέρωμα μέχρι και για τον πατέρα τους.

Που έχουμε δει τέτοιες διακρίσεις και τιμές στο ποδόσφαιρο για να κρίνουμε το μπάσκετ με το ίδιο μίζερο σκεπτικό; Το Μπαρτζώκα τον ζητάγανε τόσες ομάδες στο εξωτερικό και η Φενέρ του είχε έτοιμο το συμβόλαιο σε περίπτωση που δεν ανανέωνε με μας. Τον προτιμούσε από τον Ομπράντοβιτς που είναι ο πολυνίκης προπονητής του θεσμού. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν και δεν είναι ούτε σωστό, ούτε δίκαιο να κρίνουμε το Μπαρτζώκα όπως θα κρίναμε το Λεμονή, το Μαντζουράκη ή τον οποιονδήποτε ανεπάγγελτο Έλληνα προπονητή του ποδοσφαίρου που γι αυτόν η λέξη ‘εξωτερικό’ σημαίνει ‘διακοπές’. Άντε και καμιά ήττα από κάνα ψαροχώρι, αν τυχόν η ομάδα του τερμάτισε μέσα στην 5άδα κι έχει να δώσει κάποιο Ευρωπαϊκό ματς για τον πρωτοδεύτερο προκριματικό γύρο του ΟΥΕΦΑ γιατί παραπέρα δεν έχει ούτε γι αστείο. Όπως επίσης δεν είναι ούτε σωστό ούτε δίκαιο να κρίνουμε το Μπέγκιτς ή το Σίμμονς ή ακόμα και τον Πάουελ ή τον Πέρκινς που φύγανε ως αποτυχημένοι, όπως θα κρίναμε το Μανιάτη, τον Τάτο ή το Γιαταμπαρέ. Όχι. Το μπάσκετ δεν αξίζει τέτοια μιζέρια. Μετά το repeat λοιπόν, ο Μπαρτζώκας κέρδισε δικαιωματικά την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. Έλεγα κιόλας ότι με τόσο κράξιμο που του είχα κάνει μέχρι τότε, αν ήμουνα επώνυμος, θα του ζητούσα δημοσίως συγγνώμη. Του συγχώρεσα κατευθείαν μέχρι και το ότι χάσαμε το πρωτάθλημα. Άλλωστε θεωρώ ότι δεν παίχτηκε επί ίσοις όροις. Δεν είναι τέλειος ο Μπαρτζώκας. Κανείς δεν είναι άλλωστε. Είναι όμως ένας πολύ καλός, νέος, μάχιμος και συνεχώς εξελίξιμος προπονητής. Και συνάμα είναι και Έλληνας που θα πει ότι μπορεί να κάτσει στην ομάδα, ακόμα και μέχρι το τέλος της προπονητικής του καριέρας. Τώρα πια ξέρω ότι ‘ξέρει τι κάνει’ κι είμαι ήσυχος.

Το ίδιο ισχύει και για τους Αγγελόπουλους. Κι ειδικά φέτος, παρά το ότι έφυγε ο Παπανικολάου και όλη μας η φροντλάιν, με απλές κινήσεις κάλυψαν και με το παραπάνω όλα τα κενά. Σε ότι έχει να κάνει με τους ψηλούς, παιχταράς ο Χάινς αλλά δεν ήταν φόβητρο μέσα στη ρακέτα. Τώρα ποιος ΔΕΝ είναι φόβητρο; Από τους παίκτες που ήρθαν κανένας δεν εντυπωσίαζε σαν όνομα, ούτε καν ο Μπέγκιτς που τον ξέραμε καλά. Φάνηκε όμως ότι ο προγραμματισμός έγινε με σχέδιο, ύστερα από πάρα πολύ μελέτη και οι κινήσεις γίνανε με διαβήτη γιατί πολύ απλά ήρθαν Πέτγουεϊ, Λοτζέσκι, Μπέγκιτς, Ντάνστον, Σίμμονς, Παπαπέτρου, Αγραβάνης, Καββαδάς, Χριστοδούλου δηλαδή 9 καινούριοι παίκτες και το βαπόρι όχι μόνο έχει παραμείνει στη ρότα του και προχωράει, αλλά φαίνεται ακόμα πιο στιβαρό από πέρσι. Και βέβαια εκτός των εσωαγωνιστικών, υπάρχει κι ένα εξαιρετικό κλίμα (οικογενειακό το λέμε κι είναι πέρα για πέρα αλήθεια) που βοηθάει τους νέους παίκτες να προσαρμόζονται γρήγορα και τους νέους σε ηλικία παίκτες να βελτιώνονται ταχύτατα.

Ο καθένας ξέρει τι κάνει, πότε να το κάνει, ποιος είναι ο ρόλος του, πότε πρέπει να πάρει περισσότερες προσπάθειες, πότε λιγότερες, πότε ηγείται, πότε ακολουθεί, πότε θα παίξει παραπάνω, πότε θα κάτσει στον πάγκο για να παίξουν άλλοι κι είναι πάντα έτοιμος για το καλύτερο. Κι είναι όλοι ευχαριστημένοι. Μια καλοκουρδισμένη και καλολαδωμένη μηχανή. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Γι αυτό η ομαδάρα μας έχει μια γοητεία που όχι μόνο δεν την είχε ποτέ, αλλά δε θυμάμαι κι άλλη ομάδα στα τόσα χρόνια που παρακολουθώ μπάσκετ να την είχε. Αυτή η ικανότητα να παλεύει όπως ο Rocky Balboa που- έτρωγε απίστευτο κι εξωπραγματικό ξύλο- έπεφτε κάμποσες φορές knock down, αλλά αρνιόταν πεισματικά να πέσει knock out και τελικά σηκωνόταν αιμόφυρτος κι έδερνε κι έριχνε αυτόςknock out το λιγότερο ή περισσότερο θηριώδη αντίπαλο τουείναι όχι απλά ένα είδος άγριας ομορφιάς, αλλά ένας λόγος να την ερωτευτείς πολύ παράφορα αυτή την ομάδα.

Πηγή : www.redplanet.gr